Επεισόδιο 1 – Το Πικρό Τσάι της Ξενιτιάς 1


Επεισόδιο 1
Τίτλος: Αερόπλανο θα πάρω στην Αγγλία ν’αριβάρω

That way to the Airport

Στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, οι σφιγμένες καρδιές των Ελλήνων γονιών σφίγγονται από τις ατσάλινες δαγκάνες του αποχωρισμού.

Ο Αλέξανδρος Γατσαμπέας με ένα τσαλακωμένο λακόστ και ένα δερμάτινο στο χέρι αφήνει πίσω του τον εκτυφλωτικό ήλιο της Ελλάδας και μπαίνει στο αεροδρόμιο μόνος. Έχει αφήσει τη μάνα του με τη φθαρμένη τσάντα πίσω στο καταχρεωμένο σπίτι τους.

—————————————————————————————————-

Flashback: Οικία Γατσαμπέα – λίγες μέρες πριν.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Θα φύγω μάνα. Δεν γίνεται αλλιώς.

ΜΑΝΑ ΜΕ ΤΗ ΦΘΑΡΜΕΝΗ ΤΣΑΝΤΑ
(κλαίγοντας)
Μονάκριβε μου γιε. Ποιος να μου το έλεγε ότι μια μέρα θα πρέπει να σε χάσω στη μαύρη ξενιτιά.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
(γονατίζει μπροστά της και της πιάνει το χέρι) 
Δεν θέλω να κλαις μάνα. Τί κι αν ο πατέρας είναι στην ψειρού. Τί κι αν μας έχουν κάνει εξώφυλλο όλες οι φυλλάδες. Τί κι αν δε σου ανοίγουν την πόρτα πια στου Καλογήρου. Θέλω να το ξέρεις…
(ένα δάκρυ κυλά) 
… να το ξέρεις μανούλα ότι μεγάλωσες έναν γιο άξιο. Θα τα καταφέρω μάνα. Θα πάρω το αίμα του Γατσαμπέικου πίσω. Κι όσοι σήμερα μας περιφρονούν, θα μας παρακαλάνε πάλι για ένα κομμάτι ψωμί όταν θα ξαναχτίσω την εργολαβική αυτοκρατορία του πατέρα μου.

ΜΑΝΑ ΜΕ ΤΗ ΦΘΑΡΜΕΝΗ ΤΣΑΝΤΑ
Να μας αφήσεις εμάς παιδί μου. Να φύγεις μακριά από τον πόνο και τη δυστυχία. Μακριά από τις φήμες για τον καταχραστή πατέρα σου. Αααααααααχχχχχχχχχ μου τα ‘λεγε η μάνα μου πριν τον πάρω.
(Τραβάει μαλλί)
Περιστέρα με πήρε, κουρούνα με κατάντησε. Και τώρα, θα γεράσω εδώ, περιμένοντας τον. Θα ξεροσταλιάζω έξω από τη φυλακή για να του πάω ένα πακέτο τσιγάρα και καμιά πίτα που θα έχει ψήσει η πιστή μας δούλα Κονσεψιόν.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Μην αφήνεις τον πόνο σου να σε κάνει κατινάρα μανούλα. Βρες τη δύναμη που χρειαζόμαστε όλοι και προχώρα. Μαζί με την πιστή μας δούλα Κονσεψιόν θα περάσει ο καιρός, θα βγει ο πατέρας από την ψειρού, θα στέλνω κι εγώ συνάλλαγμα, θα δεις, όλα θα φτιάξουν.

ΜΑΝΑ ΜΕ ΤΗ ΦΘΑΡΜΕΝΗ ΤΣΑΝΤΑ
Συγχώρεσε με παιδί μου. Έχεις δίκιο. Θα είμαι δυνατή. Να πας με την ευχή της μάνας σου στην Αγγλία.

(Η μάνα με τη φθαρμένη τσάντα και η πιστή δούλα Κονσεψιόν χαιρετάνε από τη βεράντα καθώς ο Αλέξανδρος μπαίνει στο ταξί για το αεροδρόμιο)

Rustico Beach, PE, 1916 (?)

—————————————————————————————————-

Πίσω στο αεροδρόμιο ο Αλέξανδρος Γατσαμπέας πέφτει καταλάθος πάνω στην Αφροδίτη Καραδρούγκα. Ανταλάσσουν ένα βλέμμα όλο υποσχέσεις καθώς η Αφροδίτη τρέχει προς την πύλη όπου την περιμένει η φίλη της, η Λουκία Μανωλοπούλου.

ΛΟΥΚΙΑ
Πού είσαι τόση ώρα;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ
Είχα πάει προς νερού μου. Ούτε να κατουρήσουμε δε μπορούμε πια;

ΛΟΥΚΙΑ
Κατούρα τώρα που προλαβαίνεις. Έχω ακούσει πως στην Αγγλία οι τουαλέτες είναι πάρα πολύ βρώμικες.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ
‘Ασε, έτσι μου είπανε κι οι γονείς μου. Είχε γίνει μια έρευνα λέει…

ΛΟΥΚΙΑ
Δε μας αφήνουν κι οι γονείς σου με τις έρευνες; Μας πιπιλίσανε το μυαλό με τις έρευνες με την ανεργία στην Αγγλία κι όταν δεν έπιασε αρχίσανε να σου λένε για τις τουαλέτες.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ
Στεναχωριούνται.

ΛΟΥΚΙΑ
Μην είσαι ηλίθια. Αν ήταν δυνατόν να ήσουν ακόμα σπίτι, να τρως το φαγάκι της μανούλας σου και να γυρίζεις από τις δέκα θα ήταν ευχαριστημένοι.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ
Σωστό. Αλλά εγώ έχω όνειρα. Μεγάλα.

ΛΟΥΚΙΑ
Έτσι ντε!

(κάνουν ένα high five και γελάνε)

Sunset High Five

Λίγο πιο κάτω στην πύλη κάθονται ο Δημήτρης Κουτσούμπας και ο Κώτσος Μποζίδης. Ο Δημήτρης γυρνάει το καλαμάκι στο φραπέ ενώ ο Κώτσος ξεφυσάει.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Τί ξεφυσάς ρε μαλάκα; Πάλι τα γελάδια σκέφτεσαι;

ΚΩΤΣΟΣ
Τα άφησα όλα στη μέση ρε συ Δημήτρη. Ο πατέρας μου έχει καταρρεύσει.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
(κάθεται λίγο πιο καλά στην καρέκλα και χτυπάει στον ώμο τον Κώτσο)
Πάει τώρα η φάρμα, μη το σκέφτεσαι

ΚΩΤΣΟΣ
Μας φάγανε τα συφέροντα Δημήτρη. Τέσσερις γενιές με τα γελάδια και τα γάλατα, σπουδές στο εξωτερικό… ο πατέρας μου έκανε και το σκατό του παξιμάδι για να με κάνει άνθρωπο. Είχα τόσα όνειρα για τη φάρμα…

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Δεν καταλαβαίνουν αυτοί από όνειρα. Αυτή είναι η Ελλάδα Κώτσο. Γι’αυτό το πήραμε απόφαση να φύγουμε. Σάμπως εγώ μπορούσα με τρεις κι εξήντα, μέσα στη μουτζούρα; Και να ‘χω και το μάστορα να τα ξύνει όλη μέρα στο καφενείο και να βγάζω γω τη δουλειά. Κι όταν σφίξανε τα πράγματα “λυπάμαι Μήτσο αλλά δε βγαίνω”. Να δω ποιος θα περνάει τα σαράβαλα ΚΤΕΟ τώρα.

ΚΩΤΣΟΣ
Μας έφαγε η ανάπτυξη.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Τίποτα δε μας έφαγε σε λέω! Δεν παθαίνει τίποτα ο Πόντιος. Είμαστε γερή ράτσα, περήφανη
(κότσαρι μουσική υπόκρουση)
Εδώ χάσαμε τον Πόντο, για ένα Μαυρονέρι κι ένα Κιλκίς θα κλάψουμε;

ΚΩΤΣΟΣ
(χαμογελάει)
Εντάξει ρε Δημήτρη. Πάμε.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Έτσι να λελεύω σε!

Unnamed.

Εν τω μεταξύ σε ένα γραφείο (ουρανοξύστης, κουστούμια, χλιδές), χτυπάει το τηλέφωνο της Άντζελας Δελή. Είναι ο Ζήσης Δασκαλόπουλος από το Πανεπιστήμιο.

ΑΝΤΖΕΛΑ
Έλα Ζήση

ΖΗΣΗΣ
Έλα Άντζελα, τί ώρα να έρθω να σε πάρω για να πάμε στο αεροδρόμιο;

ΑΝΤΖΕΛΑ
Δεν θα μπορέσω να έρθω Ζήση. Δυστυχώς μου έτυχε ένα πολύ σημαντικό meeting.

ΖΗΣΗΣ
(Έκπληκτος)
Άντζελα έρχεται ο άνθρωπος σου, ο Αλέξανδρος, και δεν θα είσαι στο αεροδρόμιο να τον συναντήσεις;

ΑΝΤΖΕΛΑ
Ξέρεις πόσο περίμενα αυτή τη μέρα. Αλλά δυστυχώς, δεν γίνεται διαφορετικά. Ξέρεις πόσο δύσκολοι είναι οι καιροί. Άλλωστε είναι κολλητός σου, δεν θα είναι και μόνος του. Θα σας βρω το βράδι στο σπίτι σου.

ΖΗΣΗΣ
Εντάξει Άντζελα, θα του το πω.

Η Άντζελα κλείνει το τηλέφωνο. Ανοίγει το πλάνο και βλέπουμε ότι απέναντι της κάθεται ο Άρθουρ Μακράκεν. Κρατάει στο χέρι του ένα κρυστάλλινο ποτήρι με ακριβό ουίσκι και πίνει αργά μια γουλιά. Τα μάτια του καταβροχθίζουν το καλλίγραμμο κορμί της Άντζελας.

ΑΡΘΟΥΡ
(στα Αγγλικά με υποτίτλους βέβαια)
Σήμερα έρχεται;

ΑΝΤΖΕΛΑ
Ναι.

ΑΡΘΟΥΡ
Τους είπες ότι δεν θα πας;

ΑΝΤΖΕΛΑ
Αφού με χρειάζεσαι.

ΑΡΘΟΥΡ
Μάλλον εσύ με χρειάζεσαι.

Ο Άρθουρ αφήνει το ποτήρι του αργά στο τραπέζι χωρίς να πάρει τα μάτια του από την Άντζελα. Η Άντζελα ξεκουμπώνει το πουκάμισο της αργά. (Βλέπουμε και λίγο βυζί, μέσα από του σουτιέν γιατί μας βλέπουν και οικογένειες).

Πίσω στο Ελ Βενιζέλος, οι επιβάτες της πτήσης για Λονδίνο επιβιβάζονται. Ο οραματιστής αλλά πληγωμένος Αλέξανδρος Γατσαμπέας, η ευαίσθητη αλλά δυναμική Αφροδίτη Καραδρούγκα, η ταλαντούχα αλλά ροζομαλούσα Λουκία Μανωλοπούλου, ο σκληρός αλλά μάλαμα Δημήτρης Κουτσούμπας, ο βιοπαλαιστής αλλά άτυχος Κώτσος Μποζίδης.

Στη θέση του, ο Αλέξανδρος ανοίξει το κινητό του και ρίχνει μια ματιά χαμογελώντας στη φωτογραφία της γυναίκας της ζωής του, Άντζελας Δελή.

Ενώ στο Λονδίνο η Άντζελα βγάζει ένα βογγητό ηδονής στα χέρια του Άρθουρ ΜακΚράκεν, το αεροπλάνο απογειώνεται
(δηλαδής, και για αυτούς που δεν κατάλαβαν, κάναμε εδώ έναν παραλληλισμό μεταξύ απογείωσης και (απο)κορύφωσης. Για να ξέρετε.)

ΤΕΛΟΣ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ
(ΤΑΝ ΤΑΝ ΤΑΝ ΤΑΝ)


Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>

One thought on “Επεισόδιο 1 – Το Πικρό Τσάι της Ξενιτιάς