Επεισόδιο 5 – Το Πικρό Τσάι της Ξενιτιάς


Επεισόδιο 5
Τίτλος: Made in Kilkistan, Now Aman Aman

P1080039

Στο Λονδίνο των μεγάλων δρόμων και των μικρών μισθών, οι ήρωες μας συνεχίζουν τον αγώνα τους για ευημερία και προκοπή. Το επεισόδιο μας ξεκινάει με λίγες σκηνές από το προηγούμενο για να θυμηθείτε πώς ο ήρωας μας Αλέξανδρος Γατσαμπέας είδε την – Θε μου σγχώρα με – Άντζελα Δελή να φασώνεται (όπως στα λέω) με τον σατανικό Άρθρουρ – δε Κράκεν – ΜακΚράκεν μέσα σε ακριβό εστιατόριο του Τσέλσι.

Εφόσον του τα φοράει η λεγάμενη, ο Αλέξανδρος δεν αντέχει άλλο (είναι και ηθικός, δεν είναι σαν τον πατέρα του που είναι στην ψειρού) και απαντάει σε μήνυμα της αθώας (αλλά με πλούσια τα ελέη) Αφροδίτης Καραδρούγκα που του δώθηκε ένα βράδυ μετά τα μπουζούκια (βλέπε το επεισόδιο 2 και το επεισόδιο 3, για να σοκαριστείς).

Ξεκινάμε με ρομαντικές σκηνές όπου ο Αλέξανδρος και η Αφροδίτη περπατάνε χέρι χέρι στις όχθες του Τάμεση ένα βράδυ. Μουσική υπόκρουση ο Γιάννης Βογιατζής για να δείξουμε ότι πρώτον είμαστανε Έλληνες και δεύτερον να κάνουμε και μία νύξη για τα καλοκαίρια που λείπουν στους ήρωες μας.

Στο μοντάζ που ακολουθεί (α λα Μπρούσκο- γιατί δηλαδή, αυτός ο Κύπριος ο Αχιλλέας κι αυτή η ανορεξικιά η Μελίνα καλύτεροι είναι;) ο Αλέξανδρος και η Αφροδίτη κοιτιούνται βαθιά στα μάτια, δείχνουν ο ένας στον άλλον τα διάφορα αξιοθέατα του Λονδίνου, χορεύουν δίπλα σε έναν τύπο που παίζει σαξόφωνο με ένα καπέλο για ό,τι προαιρείσθε μπροστά του κλπ.

Στο τέλος του μοντάζ (έχουμε φάει το ένα τέταρτο του επεισοδίου) η Αφροδίτη και ο Αλέξανδρος πάνε στο σπίτι του Αλέξανδρου και του Ζήση Δασκαλόπουλου. Μόλις κλείνει η πόρτα, ο Ζήσης, συνηθισμένος πια, βάζει ακουστικά και συνεχίζει να βαθμολογεί γραπτά των μαθητών του.

Ακολουθούμε το ζευγάρι που χαριεντίζεται (πάντα αργά και με σεβασμό γιατί τούτος ο έρωτας είναι αγνός, όχι σαν τον αρρωστημένο που έχει ο Γατσαμπέας με την Άντζελα) και κάνουμε κοντινό στο πορτατίφ (nudge nudge wink wink)

Night Light

 

Εν τω μεταξύ ο Δημήτρης ο Κουτσούμπας με τ’ όνομα είναι στο σπίτι της Σούλας Κουλαμένου, τραγουδιάρας που είδαμε στο επεισόδιο 3 και τώρα επιτέλους θα μάθουμε από πού γνωρίζονται και πώς εκουτουπώθηκαν τόσο (φαινομενικά) απότομα.

Ο Δημήτρης είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι (με την τρίχα στο στήθος να ανεμίζει γιατί είναι λαϊκό αγόρι) και ανάβει ένα τσιγάρο καθώς η Σούλα σηκώνεται και φοράει τη σατέν ρόμπα της πάνω από το καλλίγραμο κορμί της.

ΣΟΥΛΑ
Δεν γίνεται να έρχεσαι τόσο συχνά.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Μήπως δε θες;

ΣΟΥΛΑ
Πάω για μπάνιο. Πρέπει να ετοιμαστώ για το μαγαζί.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
(την πιάνει από το χέρι)
Δε μ’αρέσει που τραγουδάς ακόμα.

ΣΟΥΛΑ
Και τί προτείνεις;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Ξέρεις τί προτείνω.

Η Σούλα τραβάει το χέρι της και φεύγει από το δωμάτιο. Ο Δημήτρης τραβάει μια ρουφηξιά από το τσιγάρο, κάνουμε ένα κοντινό στον καπνό, θολώνει η εικόνα γιατί έρχεται το…

—————————————————————————————————-

Flashback: Αρκετά χρόνια πριν στο ηρωικό Κιλκίς

Σε μπουζουκερί της πόλης (κάπου κοντά στα στρατόπεδα) η Σούλα Κουλαμένου (εμφανώς νεότερη, βάλαμε στην κάμερα το φίλτρο που χρησιμοποιούσε η Σεμίνα Διγενή) τραγουδάει και οι θαμώνες σπάνε πιάτα. Στο πρώτο τραπέζι κάθεται τύπος με μουστάκι και μπεζ παπούτσι. Με αγκράφα.

Απ’έξω (αγροτικά και τρακτέρια στο πάρκινγκ) βλέπουμε τον Δημήτρη Κουτσούμπα που έρχεται με μηχανάκι, χαιρετάει τον μάγερα που καπνίζει και μπαίνει από την πίσω πόρτα. Δουλεύει βοηθός σερβιτόρου (ποτηράς δηλαδής) και τον βλέπουμε να κάνει τη βάρδια του ανταλάσσοντας λάγνα βλέμματα με την Σούλα.

Someone ordered a beer or maybe two

Βρισκόμαστε στο καμαρίνι της Σούλας όπου η Σούλα πουδράρει τη μύτη της κι ο Δημήτρης στέκεται πίσω της (πλάνο από πίσω, μιλάνε μέσω του καθρέφτη, μας ζήλεψε κι ο Κιούμπρικ).

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Και ποιος είναι ο βλάχος που θα έρθει και στο καμαρίνι σου;

ΣΟΥΛΑ
Σου είπα. Είναι ο επιχειρηματίας που έχει τις Πέρλες στη Λαμία.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Ποιος επιχειρηματίας ρε Σούλα γαμώ την τύχη μου; Ένας βλάχος είναι.

ΣΟΥΛΑ
Γιατί εσύ που είσαι Πόντιος είσαι καλύτερος;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Καλά μη το πιάσουμε αυτό το θέμα τώρα γιατί θα γίνουμε μπίλιες. Μη με λες μαλακίες εμένα, του γυάλισες.

ΣΟΥΛΑ
Δημήτρη φύγε.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Σούλα μη με μιλάς έτσι γιατί θα γίνει το έλα να δεις. Ούτε στην Τούμπα δεν θα έχουν δει τέτοια πανηγύρια.

ΣΟΥΛΑ
Άκου να σου πω. Σε είδα, με είδες, κοιμηθήκαμε μαζί. Μη νομίζεις ότι έγινα και ιδιοκτησία σου. Αρκετά χαράμισα τη ζωή μου στα μικρομάγαζα και τα πανηγύρια. Θα κοιτάξω την καριέρα μου. Βγες έξω.

Ο Δημήτρης βγαίνει έξαλλος. Στο έβγα κοπανάει με τον ώμο του τον ιδιοκτήτη των Περλών Λαμίας που μπαίνει στο καμαρίνι της Σούλας και κλείνει την πόρτα.

Ακολουθεί ένα μοντάζ (τρώμε κανά πεντάλεπτο) όπου ο Δημήτρης ξεροσταλιάζει αλλά η Σούλα πηγαίνοέρχεται με τον μεγαλοεπιχειρηματία από τη Λαμία. Καταλήγουμε στη σκηνή όπου η Σούλα φορτώνει τη βαλίτσα της στη Μερτσέντες του επιχειρηματία/ μπουζουκοιδιοκτήτη και επιστρέφει στο καμαρίνι γιατί ξέχασε το μαντήλι της. Πίσω από την πόρτα βρίσκει το Δημήτρη που τα έχει πιει.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Σούλα κάνεις λάθος.

ΣΟΥΛΑ
Έχεις πιει.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
(την πιάνει από το μπράτσο)
Ναι έχω πιει. Έχω πιει και θα πιω κι άλλο.

ΣΟΥΛΑ
Άσε με.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
(την φέρνει κοντά του)
Πες αν αντέχεις ότι δε μ’αγαπάς. Ότι δεν ένιωσες για μένα όπως εγώ.

ΣΟΥΛΑ
Με πονάς

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Με πονάς περισσότερο. Σ’αγαπάω.

ΣΟΥΛΑ
Είσαι παιδί.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Σ’αγαπάω.

ΣΟΥΛΑ
(του πιάνει τα χέρια και τον απομακρύνει από κοντά της)
Είσαι μικρός Δημήτρη. Δεν καταλαβαίνεις. Αντίο.

Και φεύγει η άπονη. Παρακολουθούμε την Μερτσέντες να απομακρύνεται. Ο επιχειρηματίας/ μπουζουκοιδιοκτήτης βάζει το χέρι του στο μπούτι της Σούλας.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ/ ΜΠΟΥΖΟΥΚΟΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ
Όλα καλά πρίμα ντόνα μου;

ΣΟΥΛΑ
Όλα καλά.

Κοντινό στον καθρέφτη όπου βλέπουμε τον Δημήτρη να στέκεται ηττημένος έξω από την μπουζουκερί και να ανάβει τσιγάρο (πλάνο που το ζήλεψε ο Παπακαλιάτης).

—————————————————————————————————-

Πίσω στο Λονδίνο, η Σούλα επιστρέφει από το μπάνιο και βρίσκει τον Δημήτρη να κουμπώνει το πουκάμισο του.

ΣΟΥΛΑ
Φεύγεις;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
(την πλησιάζει και την φιλάει)
Δεν το ξαναπερνάω μαζί σου Σούλα. Δεν βάζει μυαλό, ούτε μετά από όσα τράβηξες. Μην κοιτάς κάτω. Εμένα να με κοιτάς στα μάτια. Μόνο εγώ σε ξέρω. Αλλά αν εσύ δεν ξέρεις τον εαυτό σου, δεν κάνουμε χωριό.

ΣΟΥΛΑ
Είσαι παιδί.

Ο Δημήτρης κάνει μια απότομη κίνηση και η Σούλα τραβιέται τρομαγμένη.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Νόμιζες ότι θα σε χτυπήσω; Για ποιον με πέρασες; Για τον νταή που σου έκανε τη ζωή κόλαση και σου τα φορούσε κι όλας;

ΣΟΥΛΑ
Ξέρεις;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Όποιος ενδιαφέρεται μαθαίνει. Ξέρω και για τις Πέρλες. Και για την κονσομασιόν. Και για το πόση ώρα σου έπαιρνε να καλύψεις τις μελανιές. Ξέρω για τη Ροξάνη που σου πήρε το “κελεπούρι” σου μέσα από τα χέρια σου. Τα ξέρω όλα και είμαι εδώ. Και με λες “παιδί”. Δεν ξέρεις ποιοι είναι οι άντρες Σούλα.

(Ο Δημήτρης την αφήνει και βάζει το παλτό του).

ΣΟΥΛΑ
Δημήτρη…

ΔΗΜΗΤΡΗΣ
(με την πλάτη γυρισμένη)
Ξέρεις πού είμαι. Βρες τί θέλεις και μόνο τότε να επικοινωνήσεις μαζί μου.
(κάνει να φύγει μα σταματάει)
Κι αν αποφασίσεις να έρθεις από το σπίτι, να φέρεις και κανά σιρόν. Ούτε η μάνα μου δεν το φτιάχνει όπως εσύ.

Η Σούλα μένει μόνη στο σπίτι και ένα δάκρυ κυλά στο πρόσωπο της, στο πρόσωπο όπου οι πρώτες ρυτίδες έχουν ήδη αρχίσει να φαίνονται.

 

Εν τω μεταξύ ο Αλέξανδρος Γατσαμπέας και η Αφροδίτη Καραδρούγκα έχουν τελειώσει με το κουτούπωμα και κάθονται αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι. Ο Αλέξανδρος στηρίζεται πίσω, η Αφροδίτη τυλιγμένη με το σεντόνι (μας βλέπουν και μικρά παιδιά) είναι ξαπλωμένη στο γραμμωμένο στήθος του.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ
Μ’αρέσει να περνάω χρόνο μαζί σου Αλέξανδρε. Όμως κάτι κρατάς πίσω όταν είμαστε μαζί. Υπάρχουν πράγματα που δε μου λες, πράγματα που μου κρύβεις.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
(τη φιλάει)
Αφροδίτη μου, πόσο με καταλαβαίνεις. Νιώθω τυχερός που σε γνώρισα. Αλλά πρέπει να καταλάβεις ότι έχω περάσει αρκετά στη ζωή μου. Θες η οικογένεια μου, θες οι περιπέτειες μου με τον πατέρα μου, έχω σκληρύνει ως άνθρωπος. Αν γνωριζόμασταν λίγα χρόνια πριν, θα έβλεπες έναν άλλον Αλέξανδρο. Ξένοιαστο, χαρούμενο, χωρίς σκοτούρες. Δυστυχώς όμως δεν έχω πλέον την πολυτέλεια να είμαι έτσι. Ήμουν αφελής Αφροδίτη. Και στο Λονδίνο ήρθα για να αλλάξω τα πράγματα. Για να κάνω και πάλι το όνομα της οικογένειας μου μεγάλο. Για να σβήσω τη ντροπή που ο πατέρας μου είναι στην ψειρού. Για να πληρωθεί επιτέλους η πιστή μας δούλα Κονσεψιόν. Για να μπορέσει η μάνα μου να πάρει επιτέλους μια καινούρια τσάντα από του Καλογήρου. Και όσο και να αισθάνομαι πράγματα για σένα πρέπει να παραμείνω πιστός στο στόχο μου. Πρέπει να τα καταφέρω.

Τα μάτια της Αφροδίτης Καραδρούγκα βουρκώνουν. Βλέπουμε λίγες στιγμές από τον όρκο Γατσαμπέα όταν πρωτοήρθε στο Λονδίνο.

Αργά τη νύχτα στο Λονδίνο των νεανικών όρκων και ονείρων βλέπουμε την ευαίσθητη αλλά δυναμική Αφροδίτη Καραδρούγκα να ξεκουράζεται στην αγκαλιά του αποφασισμένου Αλέξανδρου Γατσαμπέα. Την ταλαντούχα αλλά ροζομαλλούσα Λουκία Μανωλοπούλου να ζωγραφίζει έναν πίνακα. Τον διαβαστερό αλλά στερημένο Ζήση Δασκαλόπουλο να διορθώνει γραπτά μαθητών του. Τον βιοπαλαιστή αλλά άτυχο Κώτσο Μποζίδη να μιλάει στο τηλέφωνο με την Ανδριανή Ρουμπέλα, τον παιδικό του έρωτα. Τον Δημήτρη Κουτσούμπα να περπατάει μόνος στους δρόμους του Λονδίνου. Και τη Σούλα Κουλαμένου να μπαίνει στο καμαρίνι της μετά το πρόγραμμα και να κοιτιέται στον καθρέφτη, κουρασμένη από τη ζωή κι από την αμαρτωλή νύχτα.

 

ΤΕΛΟΣ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ
(ΤΑΝ ΤΑΝ ΤΑΝ ΤΑΝ)

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>